Ακόμα και 10 χρόνια μετά τις αλλογενείς αιμοποιητικές μεταμοσχεύσεις οι ασθενείς αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα
Η απόρριψη εξακολουθεί να αποτελεί κίνδυνο ακόμα και χρόνια μετά από αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων
Η όψιμη οξεία ή χρόνια απόρριψη μπορεί να προκαλέσει σημαντικές επιπλοκές έως και 10 χρόνια μετά την αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων, σύμφωνα με μια μελέτη η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Transplantation and Cellular Therapy. Η μελέτη, η οποία παρακολούθησε ασθενείς έως και μια δεκαετία μετά την αιμοποιητική μεταμόσχευση διαπίστωσε ότι η όψιμη οξεία απόρριψη εμφανίστηκε στο 11% των ασθενών και η χρόνια στο 54%, με ιδιαίτερα σοβαρές εκδηλώσεις όπως το σύνδρομο της αποφρακτικής βρογχιολίτιδας και τη δερματική σκλήρυνση. Τα ποσοστά θνησιμότητας χωρίς να σημειωθεί υποτροπή της αρχικής αιματολογικής ασθένειας έφτασαν το 35% για τους ασθενείς με όψιμη οξεία απόρριψη και 31% για τους ασθενείς με χρόνια απόρριψη στα 10 χρόνια.
Η όψιμη οξεία ή χρόνια απόρριψη παραμένουν συχνές και σοβαρές επιπλοκές και συνεχίζουν να οδηγούν σε μακροπρόθεσμη θνησιμότητα ακόμα και μετά 10 χρόνια από αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων.
Η μελέτη περιελάμβανε 911 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε πρώτη αλλογενή αιμοποιητική μεταμόσχευση μεταξύ 2011 και 2014 και παρακολουθήθηκαν για έως και 10 χρόνια. Οι ασθενείς αξιολογήθηκαν διαχρονικά για την ανάπτυξη συνδρόμων απόρριψης, τη συμμετοχή οργάνων σε αυτά, τα πρότυπα θεραπείας και τα αποτελέσματα επιβίωσης.
. Η ομάδα είχε μέση ηλικία 53,7 έτη (εύρος, 19-78 έτη), το 61% ήταν άνδρες και οι περισσότεροι είχαν οξεία λευχαιμία ή μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα (63%).
Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας παρακολούθησης, η όψιμη οξεία απόρριψη αναπτύχθηκε στο 11% των ασθενών, με μέσο χρονικό διάστημα 5,5 μήνες μετά την μεταμόσχευση. Η χρόνια απόρριψη αναπτύχθηκε στο 54% των ασθενών, με μέση τιμή έναρξης 7,4 μήνες. Λιγότερο συχνές αλλά πιο σοβαρές εκδηλώσεις περιελάμβαναν το σύνδρομο της αποφρακτικής βρογχιολίτιδας (4%) και τη δερματική σκλήρυνση (10%), οι οποίες εμφανίστηκαν αργότερα, σε μέση χρονική εμφάνιση 12,6 και 17,2 μήνες, αντίστοιχα.
Η ανάλυση αποκάλυψε ότι νέες εκδηλώσεις απόρριψης συνέχισαν να εμφανίζονται μετά τα πρώτα 1 έως 2 χρόνια μετά τη μεταμόσχευση, υπογραμμίζοντας την παρατεταμένη περίοδο κινδύνου. Αλληλοεπικαλύψεις μεταξύ των υποτύπων της απόρριψης ήταν συχνή. Για παράδειγμα, το 46% των ασθενών με όψιμη οξεία απόρριψη στη συνέχεια μετέπεσαν στο στάδιο της χρονιότητας, και ένα υποσύνολο ασθενών με χρόνια απόρριψη αργότερα ανέπτυξε το σύνδρομο της αποφρακτικής βρογχιολίτιδας (5%) ή δερματική σκλήρυνση (13%).
Οι ερευνητές ανέφεραν ότι τα κλινικά αποτελέσματα παρέμειναν φτωχά σε όλους τους υποτύπους της απόρριψης. Η θνησιμότητα χωρίς να εμφανιστεί υποτροπή της κακοήθειας αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου, φτάνοντας το 35% στα 10 χρόνια μεταξύ ασθενών με όψιμη οξεία απόρριψη και το 31% μεταξύ εκείνων με χρόνια απόρριψη, με ιδιαίτερα υψηλή θνησιμότητα να παρατηρείται μεταξύ ασθενών με αποφρακτική βογχιολίτιδα (62%). Η συνολική επιβίωση στα 10 χρόνια μετά την έναρξη της απόρριψης ήταν 53% μεταξύ ασθενών με όψιμη οξεία απόρριψη, 54% μεταξύ εκείνων με χρόνια και μόνο 28% μεταξύ αυτών με το σύνδρομο της αποφρακτικής βρογχιολίτιδας.
Αυτή η χρονικά παρατεταμένη ανάλυση παρέχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τις μακροχρόνιες επιπλοκές της αλλογενούς μεταμόσχευσης και υποστηρίζει την ανάγκη για συνεχή παρακολούθηση των ασθενών χρόνια μετά τη θεραπεία.
Οι ασθενείς ήταν συνεπείς στη λήψη της συστηματικής ανοσοκαταστολής, με περίπου το 40% των ασθενών να την διακόπτει με ασφάλεια έως 5 χρόνια μετά τη μεταμόσχευση.
Σε επίπεδο πληθυσμού, η επιβίωση χωρίς υποτροπή και απόρριψη παρέμεινε χαμηλή, μειούμενη από 22% στα 2 χρόνια σε 15% στα 10 χρόνια μετά τη μεταμόσχευση.
Τα δεδομένα υποστηρίζουν την ανάγκη για ακόμα μεγαλύτερη διάρκεια λήψης ανοσοκατασταλτικών, δεδομένου ότι το ξένο ανοσοποιητικό που εισήλθε στο σώμα του ασθενή με τη μεταμόσχευση λειτουργεί απορριπτικά πολλά χρόνια μετά τη μεταμόσχευση. Το χρονικό διάστημα της λήψης τους δεν έχει προσδιοριστεί, θα πρέπει δε να θεωρείται δεδομένο ότι η παρουσία του αλλογενούς μοσχεύματος είναι συνεχής και η αλληλεπίδρασή του με το σώμα του ασθενή είναι μόνιμη. Η μακροχρόνια λήψη ανοσοκατασταλτικών εξασθενεί το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενή με αποτέλεσμα την εμφάνιση νέων και σοβαρών ασθενειών, ενώ η παρακολούθηση του ασθενή δεν μπορεί να αποτρέψει την εμφάνιση των επιπλοκών της όψιμης απόρριψης.
Τα ανωτέρω πολύ σημαντικά ευρήματα αποτελούν επιπλοκές των αλλογενών μεταμοσχεύσεων, στις οποίες χρησιμοποιούνται αιμοποιητικά βλαστοκύτταρα από συμβατούς δότες και δικαιολογούν την ανάγκη νέων ασφαλέστερων και λιγότερο τραυματικών θεραπειών των κακοήθων ασθενειών. Τα αιμοποιητικά μοσχεύματα που χρησιμοποιούνται λαμβάνονται από το ομφαλοπλακουντιακό αίμα, τον μυελό των οστών και το περιφερικό αίμα. Τα βλαστοκύτταρα του ομφαλοπλακουντιακού αίματος λόγω της πολύ μικρής ηλικίας δεν έχουν ακόμα εκφράσει τους δείκτες της ιστοσυμβατότητας, είναι καλύτερα συμβατά και χαρακτηρίζονται από μικρότερα ποσοστά απόρριψης. Λόγω του περιορισμένου αριθμού τους καθυστερεί η αιμοποίηση, αλλά μετά από αυτό το στάδιο η πορεία του ασθενή είναι ασφαλέστερη.
Οι μεταμοσχεύσεις χαρακτηρίζονται από σοβαρές επιπλοκές είτε λόγω των μεγάλων δόσεων χημειοθεραπείας είτε λόγω της μακρόχρονης λήψης των ανοσοκατασταλτικών.
Για τους λόγους αυτούς τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκαν οι κυτταρικές θεραπείες και οι ανοσοθεραπείες οι οποίες χαρακτηρίζονται από πολύ λιγότερες παρενέργειες. Οι θεραπείες αυτές είναι αυτόλογες, δημιουργούνται από τα Τ λεμφοκύτταρα του ίδιου του ασθενή, η χημειοθεραπεία είναι μόνο εισαγωγική, δεν χρησιμοποιούνται ανοσοκατασταλτικά και εφαρμόζονται ακόμα και σε πολύ μεγάλες ηλικίες. Για τους λόγους αυτούς έχουν σήμερα αντικαταστήσει κατά 50% τις κλασικές μεταμοσχεύσεις. Τα Τ λεμφοκύτταρα υπάρχουν στο ομφαλοπλακουντιακό αίμα, είναι υγιή, βρίσκονται σε υγιές περιβάλλον και συλλέγονται μαζί με τα αιμοποιητικά βλαστοκύτταρα. Ασθενής που πάσχει από κακοήθη αιματολογική ασθένεια τα Τ λεμφοκύτταρα του βρίσκονται αναμεμειγμένα με κακοήθη κύτταρα. Επομένως το ομφαλοπλακουντιακό αίμα είναι από πολλές πλευρές ένα ασφαλές μόσχευμα για κάθε είδους θεραπεία, αυτόλογη ή αλλογενή, κλασική ή καινοτόμο.
Pidala J, Onstad L, Carpenter P, et al. Longitudinal study of late acute and chronic graft-versus-host disease after allogeneic hematopoietic cell transplantation: a long-term follow-up study from the chronic graft-versus-host disease consortium. Transplant Cell Ther. 2026;32(2):205.e1-205.e12. doi:10.1016/j.jtct.2025.10.026





